Δασικές πυρκαγιές και ανεμογεννήτριες

ΑΝΑΚΟΙΝΩΣΗ ΤΟΥ ΕΠΙΜΕΛΗΤΗΡΙΟΥ ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΟΣ ΚΑΙ ΒΙΩΣΙΜΟΤΗΤΑΣ

Με ανακοίνωσή της στα ΜΜΕ η Πρόεδρος Επιμελητηρίου Περιβάλλοντος και Βιωσιμότητας κ. Μαρία Καραμανώφ τοποθετήθηκε για το θέμα της σχέσης των πυρκαγιών με την εγκατάσταση ανεμογεννητριών στις αναδασωτέες εκτάσεις. Όπως αναφέρει, το πρόβλημα δημιουργήθηκε από απόφαση του ΣτΕ, σύμφωνα με την οποία επιτρέπονται «όχι μόνο ανεμογεννήτριες, αλλά και κάθε έργο, το οποίο αποβλέπει στην εξυπηρέτηση ανάγκης με ιδιαίτερη κοινωνική, εθνική ή οικονομική σημασία».

 Το πλήρες κείμενο της ανακοίνωσης έχει ως εξής:

 «Τις τελευταίες μέρες γίνεται μεγάλη συζήτηση για τη σχέση των ΔΑΣΙΚΩΝ ΠΥΡΚΑΓΙΩΝ με την ΕΓΚΑΤΑΣΤΑΣΗ ΑΝΕΜΟΓΕΝΝΗΤΡΙΩΝ ΣΤΑ ΑΝΑΔΑΣΩΤΕΑ. Η σχέση υπάρχει και είναι άμεση, αλλά δεν είναι αυτή που υπολαμβάνουν πολλοί. Τα δάση δεν καίγονται, προκειμένου να τοποθετηθούν σ’ αυτά ανεμογεννήτριες, αφού αιολικά πάρκα μπορούν ούτως ή άλλως να κατασκευάζονται μέσα σε δάση και δασικές εκτάσεις.

 Το επιτρέπει η δασική νομοθεσία, η οποία, δυστυχώς, τα τελευταία 15 χρόνια, με αλλεπάλληλες τροποποιήσεις, έχει σε μεγάλο βαθμό εξουδετερώσει την συνταγματική προστασία των δασών. Μέσα στα δάση επιτρέπονται πλέον κάθε είδους χρήσεις, από τουριστικές εγκαταστάσεις και επιχειρηματικά πάρκα μέχρι δεξαμενές αποθήκευσης πετρελαιοειδών, εκπαιδευτήρια, θεραπευτήρια κ.λπ., συμπεριλαμβανομένων και των ανεμογεννητριών.

 Το πρόβλημα σε σχέση με τις ανεμογεννήτριες ήταν αλλού.

 Σύμφωνα με το ΑΡΘΡΟ 117 ΠΑΡ. 3 ΤΟΥ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΟΣ, από τη στιγμή που ένα δάσος καεί και κηρυχθεί υποχρεωτικά αναδασωτέο, ΑΠΑΓΟΡΕΥΕΤΑΙ ΡΗΤΑ ΚΑΙ ΚΑΤΗΓΟΡΗΜΑΤΙΚΑ Η ΧΡΗΣΗ ΤΟΥ ΓΙΑ ΟΠΟΙΟΔΗΠΟΤΕ ΑΛΛΟ ΣΚΟΠΟ ΠΛΗΝ ΤΗΣ ΑΝΑΔΑΣΩΣΗΣ. Χρήσεις δηλαδή, οι οποίες, καλώς ή κακώς, επιτρέπονται μέσα στα δάση, απαγορεύονται στα αναδασωτέα μέχρι να ολοκληρωθεί η αναδάσωση, μέχρι δηλαδή τα καμένα να ξαναγίνουν πραγματικό δάσος. Στο μεγάλο χρονικό διάστημα που μεσολαβεί τα αναδασωτέα οφείλουν να παραμείνουν ήσυχα, απάτητα και εκτός κάθε μορφής εκμετάλλευσης.

 Το «εμπόδιο» αυτό ήρθε να άρει η γνωστή ΑΠΟΦΑΣΗ 2499/2012 ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ ΤΗΣ ΕΠΙΚΡΑΤΕΙΑΣ, η οποία, παρά την κατηγορηματικά αντίθετη διάταξη του Συντάγματος, έκρινε ότι στα αναδασωτέα επιτρέπεται να εγκαθίστανται όχι μόνο ανεμογεννήτριες, αλλά και κάθε «έργο το οποίο αποβλέπει την εξυπηρέτηση ανάγκης με ιδιαίτερη κοινωνική, εθνική ή οικονομική σημασία».

 Με την απόφαση αυτή έγινε μια ριζική τομή στο άβατο των αναδασωτέων. Από κει και πέρα, όταν ένα δάσος καεί, όπως συμβαίνει όλο και συχνότερα εξαιτίας των πάγιων και αδιόρθωτων αδυναμιών του κρατικού μηχανισμού, ο κάθε επίδοξος επενδυτής ΔΕΝ ΧΡΕΙΑΖΕΤΑΙ ΠΛΕΟΝ ΝΑ ΠΕΡΙΜΕΝΕΙ ΤΗΝ ΟΛΟΚΛΗΡΩΣΗ ΤΗΣ ΑΝΑΔΑΣΩΣΗΣ.

 Η εκμετάλλευση των αναδασωτέων μπορεί να ξεκινήσει την επομένη κιόλας της φωτιάς και μάλιστα με μεγαλύτερη ένταση απ’ ό,τι αν επρόκειτο για δάση, αφού η διατύπωση «έργο το οποίο αποβλέπει την εξυπηρέτηση ανάγκης με ιδιαίτερη κοινωνική, εθνική ή οικονομική σημασία» αφήνει περιθώρια για πολλές ερμηνείες.

 Το μέλλον, λοιπόν, για τα δάση της χώρας διαγράφεται ζοφερότερο από ποτέ. Τα δάση μας δεν κινδυνεύουν πλέον μόνο από τις πυρκαγιές, τυχαίες ή μη, ούτε από την ανικανότητα του κράτους για την πρόληψη και καταστολή τους. Πλήττονται περισσότερο και δη ανεπανόρθωτα από τις δικές μας συνειδητές και καθόλου τυχαίες νομικές επιλογές».

Μαρία Καραμανώφ

Αντιπρόεδρος ΣτΕ ε.τ.

Πρόεδρος Επιμελητηρίου Περιβάλλοντος και Βιωσιμότητας

 

Η ισχύουσα ερμηνεία του αρ. 117 παρ. 3 για τις ΑΠΕ σε καμένες δασικές εκτάσεις

Το Συμβούλιο της Επικρατείας έκρινε με απόφασή του, την 2499 του 2012, σε ένα πρώτο επίπεδο, ότι από το Σύνταγμα δεν θεσπίζεται απόλυτη απαγόρευση επεμβάσεων σε αναδασωτέες εκτάσεις, σε δεύτερο επίπεδο ότι επεμβάσεις επιτρέπονται όταν πρόκειται να εξυπηρετηθεί ανάγκη με ιδιαίτερη κοινωνική, εθνική ή οικονομική σημασία, όπως είναι η παραγωγή ηλεκτρικού ρεύματος από ανανεώσιμες πηγές, της οποίας η αύξηση αποτελεί και υποχρέωση έναντι της Ευρωπαϊκής Ενωσης, και σε τρίτο επίπεδο ότι οι σχετικές διοικητικές εγκρίσεις πρέπει να αιτιολογούνται πλήρως κατά περίπτωση, με εκτίμηση και της αναγκαιότητας επέμβασης σε αναδασωτέα έκταση.

Συμπερασματικά μπορούν να διατυπωθούν οι εξής παρατηρήσεις:

α. Η νομολογία του Συμβουλίου συνέβαλε καθοριστικά στη διαμόρφωση νομικού πλαισίου για τη συντεταγμένη δημιουργία αιολικών πάρκων σε εκτάσεις δασικού χαρακτήρα και την παύση της άναρχης άσκησης της δραστηριότητας αυτής.

β. Η δυνατότητα εγκατάστασης ανεμογεννητριών σε αναδασωτέες εκτάσεις δεν χορηγήθηκε πρωτογενώς από το Συμβούλιο Επικρατείας, αλλά από τον νομοθέτη, οι σχετικές προβλέψεις του οποίου κρίθηκαν από το δικαστήριο ως συμβατές με το Σύνταγμα.

γ. Η νομική αυτή δυνατότητα δεν δημιουργεί σε καμία περίπτωση κίνητρο για τον εμπρησμό δασών, αφού επιτρέπεται πάντως η εγκατάσταση ανεμογεννητριών σε υφιστάμενο δάσος και μάλιστα με περισσότερη ευκολία λόγω των επιπλέον προϋποθέσεων που θέτει το Συμβούλιο Επικρατείας για τη χρησιμοποίηση αναδασωτέων εκτάσεων.

Αντιθέτως, η απαγόρευση εγκατάστασης σταθμού αιολικής ενέργειας σε αναδασωτέες εκτάσεις θα δημιουργούσε ισχυρό κίνητρο εμπρησμού για όσους αντιτίθενται σε τέτοιου είδους έργα, οι οποίοι, όπως έχει αποδειχθεί, είναι πολλοί. Υπάρχει, άλλωστε, ανάλογο προηγούμενο που πρέπει να μας προβληματίσει. Την προηγούμενη κυρίως δεκαετία πολλές ήταν οι πυρκαγιές σε περιοχές στις οποίες είχε σχεδιαστεί η δημιουργία Χώρων Υγειονομικής Ταφής Απορριμμάτων που είχε δημιουργήσει έντονες και έμπρακτες αντιδράσεις στις τοπικές κοινωνίες.

(το παρόν είναι απόσπασμα από εκτενή δήλωση του επιτίμου προέδρου του ΣτΕ κ. Μενουδάκου)