ΠΡΑΣΙΝΗ ΒΙΩΣΙΜΗ ΚΑΙ ΑΝΑΠΤΥΞΗ ΓΙΝΕΤΑΙ;

Οι λέξεις αειφορία και βιωσιμότητα είναι τόσο γενικές και δέχονται πολλές ερμηνείες ώστε τελικά ο ορισμός τους να καταλήγει να εξαρτάται από την άποψη των ατόμων που τις σχολιάζουν ή ερωτώνται σχετικά .Ας δούμε κάποιους ορισμούς.
-Βιώσιμη ανάπτυξη είναι η βελτίωση της ποιότητας της ζωής μέσα στα πλαίσια της φέρουσας ικανότητας των υποστηρικτικών οικοσυστημάτων.
-Βιώσιμη είναι η κοινωνία που μπορεί να υπάρχει γενεές και γενεές ,που μπορεί να βλέπει αρκετά μακριά, που είναι αρκετά ευέλικτη και σοφή ,ώστε να μην υπονομεύει ούτε τα φυσικά, ούτε τα κοινωνικά της υποστηρικτικά συστήματα.
-Βιώσιμη ανάπτυξη σημαίνει να βασίζονται αναπτυξιακές και περιβαλλοντικές πολιτικές σε μια ανάλυση κόστους – οφέλους και σε μια προσεκτική οικονομική ανάλυση που θα ενδυναμώσει την περιβαλλοντική προστασία και θα οδηγεί σε αυξανόμενα και διατηρήσιμα επίπεδα ευημερίας.
Εδώ θα πρέπει να προστεθεί και ο όρος πράσινη ανάπτυξη και πράσινη οικονομία που προσδίδει προτεραιότητα στην περιβαλλοντική βιωσιμότητα και όχι στην οικονομική ανάπτυξη.
Ο τελευταίος ορισμός περί πράσινης ανάπτυξης μας δείχνει και τη διάσταση της παρερμηνείας περί βιωσιμότητας που επιχειρείται από πολιτικής πλευράς, καθώς προβάλλεται σαν την ευκαιρία για οικονομική ανάπτυξη μέσω κυρίως των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας, παραβλέποντας τις υπόλοιπες πλευρές της οικολογικής κακοδιαχείρισης καθώς και την αναγκαιότητα μιας νέας λογικής σε παγκόσμιο επίπεδο διαχείρισης των φυσικών πόρων και της κατανάλωσης. Αλλαγής δηλαδή κοινωνικού μοντέλου. Η αειφόρος ανάπτυξη μπορεί να περιγραφεί σαν μια θεωρία μετενσωμάτωσης του ανθρώπου στη φύση και ακολουθεί έναν αιώνα όπου επικράτησε η έντονη βιομηχανοποίηση, το εμπόριο και την αστικοποίηση. Οι φυσικές πρώτες ύλες εκλαμβάνονται σαν σημαντικά κεφάλαια, των οποίων η ποσότητα και η παραγωγικότητα πρέπει να διατηρηθούν ως θεμελιώδης συνθήκη για την ανθρώπινη πρόοδο και ανάπτυξη .Η τεχνολογία καλείται να οδηγήσει όχι στην εντατική αξιοποίηση των πλουτοπαραγωγικών πηγών, αλλά στην περιβαλλοντική βελτίωση μέσα από καθαρότερες παραγωγικές διαδικασίες.
Σύμφωνα με την ερμηνεία της έννοιας της βιώσιμης ανάπτυξης ,το απόθεμα του φυσικού κεφαλαίου δεν πρέπει να φθίνει με την πάροδο του χρόνου.
Αυτή η ερμηνεία είναι το σημείο όπου τίθενται ενστάσεις, σε σχέση με το τι εννοείται φυσικό κεφάλαιο που πρέπει να τύχει βιώσιμης εκμετάλλευσης και κατά πόσο αυτό είναι εφικτό και δεν εμποδίζει την ανάπτυξη (οικονομική κυρίως).
Έτσι δημιουργήθηκε η θέση πως η υπόθεση πως το απόθεμα φυσικού κεφαλαίου πρέπει οπωσδήποτε να είναι σταθερό είναι άκαμπτη και σε πολλές περιπτώσεις μη ρεαλιστική.
Ισχύει περισσότερο στην περίπτωση των ανανεώσιμων φυσικών πόρων και λιγότερο ή καθόλου στην περίπτωση των μη ανανεώσιμων φυσικών πόρων.
Οι έννοιες της ισχυρής βιωσιμότητας και της ασθενούς βιωσιμότητας χρησιμοποιούνται για τη διαφοροποίηση μεταξύ των δύο αυτών περιπτώσεων.
Σύμφωνα με την ισχυρή βιωσιμότητα, η τέλεια αποκατάσταση ανάμεσα σε διαφορετικούς τύπους κεφαλαίου δεν είναι μια βάσιμη υπόθεση. Κάποια στοιχεία του αποθέματος σε φυσικό κεφάλαιο δεν μπορούν να αποκατασταθούν από ανθρωπογενές κεφάλαιο. Κάποιες από τις λειτουργίες και τις υπηρεσίες των οικοσυστημάτων είναι ζωτικές για την ανθρώπινη επιβίωση, είναι υπηρεσίες υποστήριξης της ζωής και δεν μπορούν να υποκατασταθούν.
Σύμφωνα με την ασθενή βιωσιμότητα δεν είναι απαραίτητο να ξεχωρίζεται το περιβάλλον για μια ειδικότερη μεταχείριση. Για τη βιώσιμη ανάπτυξη είναι αναγκαία η μεταβίβαση ενός συνολικού αποθέματος κεφαλαίου, δηλαδή ένα στοιχείο του φυσικού κεφαλαίου μπορεί να υποκατασταθεί από ένα άλλο. Έτσι τελικά προκύπτουν διαφορές της βιώσιμης ανάπτυξης. Η πολύ ισχυρή βιωσιμότητα, η ισχυρή βιωσιμότητα, η ασθενής βιωσιμότητα και η πολύ ασθενής βιωσιμότητα.
Όπως γίνεται αντιληπτό η όλη συζήτηση αφορά την οικονομική ανάπτυξη και κατά πόσο αυτή εμποδίζεται από πρακτικές βιώσιμης ανάπτυξης. Όμως συζήτηση για το πώς εννοείται η οικονομική ανάπτυξη, σε ποιους απευθύνεται, δεν γίνεται. Οι διαφορετικές προσεγγίσεις στο θέμα σε τελική ανάλυση μπορεί και να υπονομεύουν την αντιμετώπισή του.
Επίσης γίνεται εύκολα αντιληπτό, πως το θέμα της βιώσιμης ανάπτυξης έχει να κάνει κυρίως με πολιτικοοικονομικά κριτήρια ανάπτυξης και εδώ είναι που τα πράγματα δυσκολεύουν την υλοποίηση μιας καινούριας αρχής.
Αυτό που κυρίως αποτελεί τροχοπέδη λοιπόν στην αλλαγή πλεύσης της ανθρώπινης συμπεριφοράς ,είναι το πώς θα επιτευχθεί μια αλλαγή στον τρόπο εκμετάλλευσης των φυσικών πηγών από τη μια και στην γενικότερη προστασία του περιβάλλοντος ,χωρίς να διακυβεύεται το υπάρχον πολιτικοοικονομικό σύστημα που απαιτεί συνεχή οικονομική ανάπτυξη.
Θα πρέπει να τονιστεί πως η αειφορία, όπως αυτή τίθεται σήμερα από την κυρίαρχη πολιτικοοικονομική θεώρηση, αποτελεί μια μετριοπαθή αναπτυξιακή και φιλοπεριβαλλοντική προσέγγιση, δεν ταυτίζεται με την οικολογική άποψη της οικοανάπτυξης και βρίσκεται σε αντίθεση με πιο ακραίες οικολογικές ή από αναπτυξιακές απόψεις.
Μπορούμε επιγραμματικά να ορίσουμε τη βιωσιμότητα, σαν την αρμονική συνεξέλιξη ανθρώπινων και περιβαλλοντικών συστημάτων ή οικοσυστημάτων.
Η μεθοδολογία δεν μπορεί να υπάρχει ανεξάρτητα από το σύστημα αξιών. Οι αξίες της κοινωνίας θα προσδιορίσουν τους μακροπρόθεσμους σκοπούς και την πορεία που θέλει να ακολουθήσει.
Η συζήτηση περί βιωσιμότητας έχει περιέλθει σε τεχνοκρατική ανάλυση, ενώ θα έπρεπε να ήταν κυρίως θέμα αξιών.
Η αλλαγή νοοτροπίας, ηθικών αξιών, νομοθετικού πλαισίου, επιστημονικής προσέγγισης, ουσιαστικά δηλαδή αλλαγή τρόπου ζωής των πολιτών κυρίως του Δυτικού κόσμου, που οδηγεί σε μία κοινωνία ήπιας τουλάχιστον κατανάλωσης και που συνεπάγεται μείωση του κέρδους του κεφαλαίου δεν είναι εύκολη.
ΡΙΖΟΥΛΗΣ ΑΝΔΡΕΑΣ
εκπαιδευτικός